η παπαριά της ημέρας: "of course ... are we gluing coffee pots?"

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Μνήμες. Το Ολοκαύτωμα των Σερβίων της 6ης Μαρτίου 1943



Εκδήλωση του Μορφωτικού Ομίλου Σερβίων
Το Σάββατο, 8 Μαρτίου, ο Μ.Ο.Σ. διοργάνωσε εκδήλωση μνήμης για το μεγάλο γεγονός του ολοκαυτώματος των Σερβίων.
Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν οι Ιερείς, ο Δήμαρχος, Δημοτικοί Σύμβουλοι, Περιφερειακοί Σύμβουλοι, εκπρόσωπος της Βουλευτού κ. Μακρή, εκπρόσωπος του Στρατού και πολλοί Συμπολίτες μας.
 

Η εκδήλωση περιελάμβανε το Χρονικό του Ολοκαυτώματος. Το κείμενο, τα video με ζωντανές μαρτυρίες και η επιμέλεια ήταν της Χρυσάνθης Καραγιαννίδου. Τα κείμενα παρουσίασαν η Γκόγκου Γεωργία, η Μαμουνή Μαρία και ο Παναγιωτίδης Ιορδάνης,  Την προβολή των video ανέλαβε η Χιονία Άγρου. Περιελάμβανε επίσης μουσική, πιάνο, ο Γιώργος Δίκος, φλάουτο, η Χριστίνα Τανή και ανάλογο για την περίπτωση τραγούδι, που ερμήνευσε η Δώρα Τανή.
Προλογίζοντας η Πρόεδρος του Μ.Ο.Σ. μεταξύ των άλλων τόνισε ότι «Τα Σέρβια ήταν μια όμορφη κωμόπολη με 4 χιλιάδες κατοίκους, τοποθετημένη σ' ένα σημείο κλειδί που συνδέει τη Βόρειο Ελλάδα με τη Νότιο. Ήταν μια πόλη ανθούσα, που είχε άφθονο εκλεκτό πνευματικό υλικό, το οποίο ανέβασε σε υψηλή στάθμη το πολιτιστικό της επίπεδο. Μια πόλη με αρχοντιά τόσο στην άψυχη φύση της όσο –και πολύ περισσότερο- στους κατοίκους της.
Αυτή την πόλη ήρθε να καταστρέψει το ολοκαύτωμα στις 6 Μαρτίου του 1943… Από τις 6 Μαρτίου, λοιπόν, του 1943 τέσσερις χιλιάδες κάτοικοι των Σερβίων τρέχουν από χωριό σε χωριό, μέσα σε ρεματιές, μέσα σε δάση προσπαθώντας να σώσουν τη ζωή τους. Οι ταλαιπωρίες που γνώρισαν πολλοί από αυτούς είναι απερίγραπτες. Έτσι αρχίζει για τους Σερβιώτες ένας Γολγοθάς προσφυγιάς, με κυνηγητό συνέχεια από τον κατακτητή και με την απειλή του θανάτου, ως την ημέρα της απελευθέρωσης.
Και ήταν τραγική η κατάσταση αυτού του λαού, που από νοικοκυραίοι, από άρχοντες, κατήντησαν πρόσφυγες, σε ξένη γη χωρίς τίποτε δικό τους, αντιμετωπίζοντας πολλές φορές και τη χειρότερη συμπεριφορά…»
Στη συνέχεια παρουσιάστηκε το Χρονικό του Ολοκαυτώματος βασισμένο στις πληροφορίες που έχουμε από γραπτά που μας άφησαν αυτόπτες μάρτυρες ή προφορικές καταθέσεις. Οι μαρτυρίες παρατέθηκαν αυτούσιες χωρίς σχολιασμό και χωρίς καμία προσωπική παρέμβαση.
Τα Σέρβια, συνέπεσε να βρίσκονται σε Γερμανοκρατούμενη περιοχή, και από τις αρχές της Γερμανικής Κατοχής, οι Γερμανοί,  λόγω της ειδικής γεωστρατηγικής θέσης που κατέχουν, εγκατέστησαν Γερμανικό Φρουραρχείο με 10-12 άνδρες.
Παράλληλα από την πλευρά των Ελλήνων δημιουργήθηκε η Αντίσταση. Το Πάσχα του 1942 ο Δεσπότης Σερβίων και Κοζάνης Ιωακείμ μέσα στην Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου έριξε το σύνθημα της επανάστασης και τη δημιουργία αντάρτικου απαγγέλλοντας τους στίχους του ποιητή «κάθε λαγκάδι και κλαρί, κάθε κλαρί και κλέφτης.» Το σύνθημα δόθηκε και μεταδόθηκε με μεγάλη ταχύτητα για να μυηθούν οι Έλληνες στην αντίσταση.
Προς το τέλος Φεβρουαρίου του 1943 οι Γερμανοί άρχισαν ν' ανησυχούν με τις πληροφορίες που είχαν για την παρουσία αντάρτικων ομάδων και έπειτα και από ένα γεγονός στα τέλη Φεβρουαρίου που τους ανησύχησε, σε συνεννόηση με τη Διοίκησή τους, στην Κοζάνη, πήραν την εντολή να εγκαταλείψουν τα Σέρβια και να μεταφερθούν στην Κοζάνη.       
Από δω και πέρα, αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την τύχη της Πόλης Σέρβια.
Τα γεγονότα είναι πλέον γνωστά. Οι κάτοικοι των Σερβίων θεώρησαν ότι ελευθερώθηκαν. Κατέβασαν τη γερμανική σημαία από το κοινοτικό κατάστημα και ύψωσαν την ελληνική. Στο μεταξύ μία ομάδα ανταρτών έκαψαν τη γέφυρα στον Αλιάκμονα για να εμποδίσουν μία ιταλική φάλαγγα που κατευθυνόταν από τη Λάρισα προς τη Σιάτιστα να βοηθήσει τους Ιταλούς που μάχονταν στο Φαρδύκαμπο. Η φάλαγγα αυτή έφθασε στις 6 Μαρτίου στα Σέρβια και βρίσκοντας τη γέφυρα καμένη, γύρισε στην πόλη και μέχρι να επισκευασθεί η γέφυρα, επί μία εβδομάδα δεν άφησε τίποτα όρθιο.
«Οι πρώτες μοτοσυκλέτες που έφτασαν εδώ έκαψαν τα πρώτα σπίτια του Τσικαρδάνη. Φύγαμε μετά κι εμείς, πήγαμε στο χωριό. Από κει βλέπαμε τις φλόγες. Πλιατσικολογούν τα σπίτια, τα καιν και φεύγουν.»
«Μάταια αναμέναμε κι αναζητούσαμε κάποια σωτηρία. Έτσι, όλοι εμείς οι Σερβιώτες που βρισκόμαστε έξω και κοντά στα Σέρβια, «απολαύσαμε» το τρομερό εκείνο θέαμα του εμπρησμού της αγαπημένης γενέτειράς μας. Ουρανομήκεις φωτιές ξεπετιούνταν από τα σπίτια, και κόποι, ιδρώτας, αγώνας δεκάδων ετών και μάλιστα γενεών, γίνονταν μέσα σε λίγα  λεπτά στάχτη. Και το χειρότερο, να μη μπορούμε να κάνουμε τίποτε.»
«Ανεβήκαμε πιο πάνω μέσα στο δάσος όπου και μείναμε σε πρόχειρες καλύβες που κάναμε σκεπασμένες με φτέρες για δύο μήνες χωρίς τροφή, νερό και άλλα.
Τρώγαμε λίγες πατάτες που βρίσκαμε σε κάποια χωράφια, κάναμε μικρά φουρνάκια και πάνω σε πέτρινες πλάκες ψήναμε λίγο ψωμί με αλεύρι το οποίο προλάβαμε να πάρουμε μαζί μας με τα άλογα φεύγοντας.»
Ώσπου να καούν όλα τα σπίτια κάποιοι τολμηροί κατέβαιναν τη νύχτα και έπαιρναν λίγα πράγματα πρώτης ανάγκης, γιατί είχαν φύγει χωρίς αποσκευές.
Έφυγαν από τα σπίτια τους πλησιάζοντας η φάλαγγα των Ιταλών «όπως βγαίνετε το Μάη», είπε χαρακτηριστικά μία κυρία. «Θα φύγετε για μια μέρα, όσο να περάσουν οι Ιταλοί, και μετά κάναμε δύο χρόνια να ξαναρθούμε στα Σέρβια, όπου βρήκαμε καμένη γη.»
«Την πρώτη βραδιά κατεβήκαμε. Πήραμε κάμποσα πράγματα. Λίγο λάδι, μια βελέντζα, έφτιαξα ένα δέμα γερό, και έφυγα. Στο δρόμο συναντήσαμε πολλούς.  Άρχισε και ένα χιόνι. Ένας-ένας, είπαμε και αλλάζαμε, πότε ένας μπροστά πότε άλλος, μήπως έχουν καμιά ενέδρα.» 
1100 σπίτια με όλο το νοικοκυριό τους έγιναν στάχτη. Σπίτια – αρχοντόσπιτα, «βουλωμένα» όπως λένε οι κάτοικοι, από όλα τα αγαθά. Αλλά και άνθρωποι. Πάνω από πενήντα πέθαναν, κάηκαν, σκοτώθηκαν σ’ αυτή την εβδομάδα. Κάποιοι ανήμποροι να ακολουθήσουν τη φυγή, γέροι, γριές, άρρωστοι, ή και κάποιοι που θέλησαν να μείνουν να φυλάξουν το σπίτι τους, πιστεύοντας ότι η παρουσία τους θα εμπόδιζε  την καταστροφή του σπιτιού τους. Πέθαναν και έμειναν άταφοι για μέρες και τους έφαγαν τα σκυλιά…
Ύστερα από μια βδομάδα, οι Ιταλοί επί τέλους έφυγαν. Τα Σέρβια ήταν ένα απέραντο νεκροταφείο, μια νεκρή Πολιτεία, που κάπνιζε από κάθε σπίτι επί ένα μήνα.
Το πλέον ενδιαφέρον στην εκδήλωση ήταν ότι για όλα υπήρχαν μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και παρουσιάστηκαν βιντεοσκοπημένες, απλές και αυθόρμητες.
Τονίστηκαν ιδιαίτερα τα δεινά που υπέστησαν οι Σερβιώτες για δύο χρόνια περίπου χωρίς πατρίδα και χωρίς στέγη, γιατί μέχρι που έφυγαν οι Γερμανοί η περιοχή είχε κηρυχθεί νεκρά ζώνη και κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει στην καμένη γη. Πολλοί πέθαναν και σ’ αυτό το διάστημα από την πείνα και τις κακουχίες. Χαρακτηριστική η μαρτυρία μιας κυρίας της οποίας ο αδελφός 22 χρόνων πέθανε από την πείνα και τις κακουχίες, μαζί με άλλους τέσσερις συνομηλίκους.
Άλλοι δύο μάρτυρες ανέφεραν ότι έσκαψαν στο βουνό σπηλιές και εκεί έζησαν δύο χρόνια. «Πολύ τραγική ήταν η κατάσταση εκείνων, γράφει ο Κίμων Κοεμτζόπουλος,  που δεν μπόρεσαν, την ημέρα που κάηκε η ωραία αυτή κωμόπολη να πάνε στις πόλεις και κατέφυγαν στο βουνό. Πολλοί ζούσαν σε τρώγλες και σπήλαια. Ήταν τόσο τραγική η διαβίωσή τους, ώστε παρατηρήθηκαν περιπτώσεις, γονείς να σκάβουν με τα χέρια τους λάκκους για να θάψουν τα παιδιά τους, που δεν άντεξαν στις κακουχίες, τις στερήσεις και την πείνα. Όλοι είχαν φύγει από τα Σέρβια κουβαλώντας στα χέρια μόνο τα μωρά τους, καμιά κουβέρτα ή λίγα τρόφιμα.»
Καλλιεργούσαν όσο μπορούσαν τα χωράφια τους και είχαν τα ζώα τους –όσα τους άφησαν οι Γερμανοί, γιατί τα περισσότερα και αυτά τους τα πήραν -  και μ’ αυτά μπόρεσαν να επιβιώσουν στα δύο χρόνια της προσφυγιάς.
Η αφήγηση που διακόπτονταν σε κάποια σημεία με σχετικά τραγούδια έκλεισε με άλλα δύο τραγούδια. Και η Πρόεδρος έκαμε τον επίλογο:
Παρά τα όσα ακούστηκαν για το Ολοκαύτωμα, θεωρούμε ότι  η μεγαλύτερη συμφορά για την πόλη ήρθε μετά τη νεκρά ζώνη, που κράτησε κλειστές τις πύλες της για δύο χρόνια περίπου.
Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, που αποτελούνταν από αστούς, έφυγαν και δεν επέστρεψαν… Έτσι τα Σέρβια έχασαν και τους Σερβιώτες, και αυτό είναι δεύτερο, χειρότερο ολοκαύτωμα από το πρώτο, διότι τα σπίτια ξαναέγιναν αλλά η πόλη δεν ξαναβρήκε ποτέ το παλιό της χρώμα, τα δικά της χαρακτηριστικά.
Ούτε δυστυχώς και αναγνωρίστηκε η θυσία των Σερβίων όπως θα έπρεπε.
Όμως οι Σερβιώτες δε λύγισαν. Στάθηκαν με αξιοπρέπεια στην απρόσμενη συμφορά, «ανασκουμπώθηκαν» και πίσω απ την αρχή. Εργατικοί, τίμιοι, περήφανοι δούλεψαν… Με καρτερία υπέμειναν τα δεινά του Ολοκαυτώματος και με υπομονή ανέστησαν τα Σέρβια.». 

Όλη η εκδήλωση θα υπάρχει από την Τρίτη, 11 Μαρτίου στην ιστοσελίδα του Μ.Ο.Σ.  http://www.takastra.blogspot.gr/