η παπαριά της ημέρας: "of course ... are we gluing coffee pots?"

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Ο κόκκινος εφιάλτης

Του Τάσου Παππά

Συνωστισμός στο «Ελ. Βενιζέλος» και στους γύρω χώρους. Ουρές στις αίθουσες VIP. Λουστραρισμένα Καγέν παρατημένα στη μέση του δρόμου με τις πόρτες ανοιχτές και τα κλειδιά στη μηχανή. Πανικόβλητοι αστοί, άλλοι ντυμένοι πρόχειρα με τα ρούχα που δανείστηκαν από το υπηρετικό προσωπικό τους, άλλοι με τις πιτζάμες γιατί πιάστηκαν στον ύπνο, εκλιπαρούν για ένα εισιτήριο προσφέροντας στους έκπληκτους υπαλλήλους του γκισέ μπαξίσια που φτάνουν να αγοράσεις πολυτελή μεζονέτα στο εγκαταλειμμένο Κολωνάκι. 
 
Μεγαλόσχημες κυρίες θρηνούν γοερά κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά τους τις κασετίνες με τα χρυσαφικά τους. Ιδιωτικά ελικόπτερα με τους έλικες σε κίνηση περιμένουν τους ιδιοκτήτες τους για να φύγουν προς άγνωστη κατεύθυνση. Ενας αχός ακούγεται που δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί από τι προέρχεται. Αλλοι λένε ότι είναι από ερπύστριες και άλλοι από καλπασμό αλόγων. Οσοι από τους υποψηφίους φυγάδες διαθέτουν κιάλια, ενημερώνουν τους διπλανούς τους ότι διακρίνουν στο βάθος ένοπλα τμήματα των κόκκινων να προελαύνουν χωρίς αντίσταση, ρημάζοντας ό,τι βρουν στο διάβα τους. Καίνε, βιάζουν, λεηλατούν, εκτελούν εν ψυχρώ.

Ενας ορκίζεται πώς ο επικεφαλής τους μοιάζει μ’ αυτόν τον αιμοσταγή Βελουχιώτη που «στο τσακ τον προλάβαμε πριν από εβδομήντα τόσα χρόνια». Πόσο δίκιο είχε ο πρωθυπουργός μας όταν έλεγε, δύο μέρες πριν από τις μοιραίες κάλπες, ότι η χώρα θα βυθιστεί στο λατινοαμερικάνικο χάος, αν οι κόκκινοι κερδίσουν τις εκλογές. Δεν τον άκουσαν όμως οι ανόητοι και αυτοκαταστροφικοί Ελληνες και σήμερα όλη η Ευρώπη παρακολουθεί άφωνη. Αυτή η χώρα που γέννησε τη δημοκρατία και τον πολιτισμό επέτρεψε στους νεοκομμουνιστές και τους πάσης φύσεως αναρχικούς, όπως τους περιέγραφε ο Θ. Πάγκαλος, να πάρουν κεφάλι. Αχ, τι ωραία που τα έλεγε ο πρώην υπουργός και πρώην κομμουνιστής. Δικός τους ήταν και τους ξέρει καλά. Αμετανόητοι. Το δικό τους όνειρο είναι ο δικός μας εφιάλτης. Ο τρίτος γύρος ξεκίνησε. Και εκεί, πάνω στον σαματά και τη χλαπαταγή σκάνε μύτη δύο τύποι. Ο ένας είναι ψηλός και διοπτροφόρος, ο άλλος εύσωμος. Πλησιάζουν με βήμα ταχύ το πλήθος. Στα πρόσωπα τους είναι καρφιτσωμένα χαμόγελα. Λίγο συγκρατημένα, αλλά είναι χαμόγελα.

Αμέσως σχηματίζεται γύρω τους ένας κλοιός. Νεκρική σιγή. Ο ψηλός λέει σε ύφος αυστηρό: «Γυρίστε στις δουλειές σας. Δεν χάσαμε. Κερδίσαμε». Μουρμούρες αποδοκιμασίας. «Τι μαλακίες είναι αυτές;» ψιθυρίζει μια κυρία που ξέχασε την καλή ανατροφή της. «Αφού οι άλλοι βγήκαν πρώτοι». Πριν η μουρμούρα μετατραπεί σε οργή εναντίον του ψηλού, παρεμβαίνει ο άλλος, ο εύσωμος. Τούτος δείχνει πιο σίγουρος: «Ετσι είναι, όπως σας τα λέει ο σύντροφος μου, με τον οποίο σας σώζουμε εδώ και δύο χρόνια. Μην ακούτε τους εχθρούς της δημοκρατίας. Το σχέδιο της ανατροπής δεν πέρασε. Συνεχίζουμε σαν άλλοτε». Αναστεναγμοί ανακούφισης στο πλήθος. Αφού το λένε και οι δύο, κάτι παραπάνω θα ξέρουν. Αμέσως, ο πανικός δίνει τη θέση του στον ενθουσιασμό, τα κλάματα γίνονται αλαλαγμοί χαράς, τα σκοτεινά πρόσωπα φωτίζονται. Κάποιος φωνάζει από το βάθος: «Ολοι στα χαρακώματα. Εμείς θα κερδίσουμε και τον τρίτο γύρο. Σιγά μην αφήσουμε τους κατσαπλιάδες να πάρουν τη ρεβάνς». Ηταν ο Αδωνις.