Σε µια χώρα όπως η Ελλάδα, µε αναρίθµητα αρχαιολογικά ευρήµατα κάθε εποχής, η διατήρηση και η ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων φανερώνει έµπρακτα περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση διατήρησης της ιστορικής κληρονοµιάς, τις αξίες που αναγνωρίζουµε στην αρχαιολογική µας κληρονοµιά. Και οι αρχαιολογικοί χώροι δεν αποτελούν υπολείµµατα του χτισµένου περιβάλλοντος µιας άλλης εποχής που περιέπεσαν σε αχρηστία και ίσως αποτελούν εµπόδιο για την ανάπτυξή της. Αντίθετα, οι αρχαιολογικοί χώροι θεωρούνται ως ενεργοί τόποι της πόλης όχι µόνο για επίσκεψη, αλλά και ως ζωντανοί χώροι αναφοράς τόσο στη συλλογική µνήµη των κατοίκων µιας περιοχής, όσο και στην καθηµερινή τους ζωή.
Η µεγάλη αυτή σηµασία του αρχαιολογικού χώρου των Σερβίων δεν έγινε άµεσα αντιληπτή ούτε µε την ανακάλυψη του προϊστορικού οικισµού της περιοχής το 1909 από τον Wace, ούτε και όταν ανασκαφές το 1930 και αργότερα, κατά την περίοδο 1970-1973, έφεραν πολύ σηµαντικά ευρήµατα στο φως, καθώς θεωρούσαν τα Σέρβια µια µεµονωµένη θεσσαλική αποικία. Μόνο οι εντατικές έρευνες µετά το 1985 µε την ανακάλυψη ενός µεγάλου αριθµού προϊστορικών θέσεων και λειψάνων κατοίκησης ιστορικών χρόνων, υποχρέωσαν τους υπεύθυνους να δουν την περιοχή ως µια ενιαία, ανεξάρτητη πλέον ενότητα.